στέκα

στέκα
η
1) бильярдный кий; 2) стек; 3) лыжная палка; 4) ирон. доска (о худой, высокой, безгрудой женщине)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "στέκα" в других словарях:

  • στέκα — η (λ. ιταλ.) 1. μακριά ράβδος που χρησιμοποιείται στα σφαιριστήρια. 2. εργαλείο υποδηματοποιού. 3. μτφ., αδύνατη γυναίκα: Παντρεύτηκε μια στέκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στέκα — η, Ν 1. ειδική μακρά ράβδος, με την οποία οι παίκτες χτυπούν τις μπάλες τού μπιλιάρδου 2. εργαλείο υποδηματοποιού το οποίο χρησιμοποιούσαν για να γυαλίζουν, με τριβή επάνω του, τις σόλες 3. σκληρό γυναικείο διάδημα για τη συγκράτηση τών μαλλιών 4 …   Dictionary of Greek

  • μπιλιάρδο — Παιχνίδι άγνωστης προέλευσης, που παίζεται με μπίλιες, πάνω σε ειδικό ορθογώνιο τραπέζι, οροθετημένο με ελαστικά περιθώρια, τις σπόντες. Η επίπεδη επιφάνεια του τραπεζιού έχει διαστάσεις 2,80 x 1,40 μ. και αποτελείται από πλάκα σχιστόλιθου που,… …   Dictionary of Greek

  • στέκας — ο, Ν [στέκα] ψηλόλιγνος άντρας σαν στέκα τού μπιλιάρδου …   Dictionary of Greek

  • στεκάρω — Ν [στέκα] (για υποδηματοποιό) γυαλίζω με στέκα τη σόλα παπουτσιού …   Dictionary of Greek

  • στεκάρισμα — το, Ν [στεκάρω] το γυάλισμα τής σόλας τού παπουτσιού με στέκα …   Dictionary of Greek

  • φαλτσαστέκα — και φαλτσοστέκα και φαλτσοστεκιά, η, Ν 1. εσφαλμένο χτύπημα τής σφαίρας στο μπιλιάρδο 2. (κατ επέκτ.) αποτυχημένη ενέργεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < φάλτσος + στέκα] …   Dictionary of Greek

  • στεκάρισμα — το γυάλισμα της σόλας με τη στέκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στεκάρω — (λ. ιταλ.), γυαλίζω τη σόλα με τη στέκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»